Το βιβλίο αυτό περιέχει τα συμπεράσματα προσωπικής πείρας, που πηγάζει από τη σκέψη και την πράξη πενήντα περίπου χρόνων άσκησης της διεύθυνσης χορωδίας. Αρκετά κεφάλαια σχετίζονται με τη σύνθεση και το ξαναδούλεμα μιας σειράς άρθρων μου που πρωτοδημοσίευσαν τα περιοδικά, "Φωνόγραφος" της Χορωδίας Τρίπολης και "Για τις χορωδίες μας" του Κέντρου Χορωδιακής Πράξης του ΥΠΠΟ στην Κεφαλονιά.
Ένα Βιβλίο για τη διεύθυνση χορωδίας, όσο καλογραμμένο και εκτεταμένο κι αν υποτεθεί πως είναι, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη ζωντανή πράξη, που συχνά χρειάζεται χρόνια για να μεστώσει και να καρπίσει. Αλλά και η μακρόχρονη πράξη μόνη της δεν εξασφαλίζει οπωσδήποτε την πρόοδο αυτού που την ασκεί. Το επιχείρημα της πολυετούς ενασχόλησης δε σημαίνει υποχρεωτικά και θετική διαδρομή. Αντίθετα, συχνά η πολύχρονη πράξη μεταφράζεται σε συντήρηση αδυναμιών, άγνοιας και λαθών, που επειδή επαναλαμβάνονται, σταθεροποιούνται.
Η πολύχρονη εμμονή σε λάθη δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται ως πείρα.
Ουσιαστικό πρόβλημα της χορωδιακής πράξης στη χώρα μας ήταν η έλλειψη ειδικής σχολής διεύθυνσης χορωδίας. Ο σχετικός Νόμος προέβλεπε την ύπαρξή της, (Εφ. Κυβ. 229 Τμ.Ι άρθρο 228), όμως η σχολή δεν μπορούσε να λειτουργήσει καί ελλείψει ειδικών καθηγητών, αλλά κυρίως επειδή δεν υπήρχε νομοθετική ρύθμιση που να προβλέπει πρόγραμμα διπλωματικών εξετάσεων(!).
Ο νέος νόμος του ΠΑΣΟΚ για τα ωδεία, διόρθωσε την παλιά έλλειψη, όμως παρά τη δημοσίευσή του, η εφαρμογή του πάγωσε. Έτσι το ενδιαφέρον για μόρφωση και εξειδίκευση όσων αγαπούν τη χορωδία, ένθερμο όπως απεδείχθη και σε πολλά σεμινάρια όπου είχα την ευχαρίστηση να διδάξω, αλλά κι από την ύπαρξη τόσων αξιόλογων χορωδιών με ταλαντούχους διευθυντές, δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί με συστηματική μόρφωση και εκπαίδευση.
Το Υπουργείο Πολιτισμού της ΝΔ προχώρησε το 2007 και 2008 στη "λύση" του προβλήματος, με μια 3μελή επιτροπή με ανύπαρκτες, ως συνήθως, ειδικές γνώσεις, (δύο πιανίστες κι ένας ιεροψάλτης). Έτσι το πρώτο πρόβλημα αντικαταστάθηκε με ένα δεύτερο χειρότερο, αφού το τελευταίο έχει πια την ισχύ νόμου.
Εκτός από την προαναφερθείσα θεσμική δυσκολία, υπάρχει και μια άλλη εξ ίσου καίρια: Η πλατιά διαδεδομένη άποψη πως η διεύθυνση χορωδίας συνιστά αυτονόητη δυνατότητα για τον καθένα που σχετίστηκε με οποιονδήποτε τρόπο με τη μουσική. "Ξέρει μουσική, μάλιστα παίζει και πιάνο, ή έκανε αντίστιξη και φούγκα, άρα είναι ό,τι πρέπει για διευθυντής χορωδίας". Απόρροια αυτής της αφελούς άποψης που είναι ανυποψίαστη για το πολύπλοκο, πολύχρονο και εξειδικευμένο, αλλά και συναρπαστικό των σπουδών διεύθυνσης χορωδίας, είναι συχνά το ανυπόφορο τραγούδι πολλών χορωδιών, συνέπεια της ανεπάρκειας των διευθυντών τους. Κι εδώ είναι που ισχύει το "δεν υπάρχουν καλές και κακές χορωδίες, αλλά καλοί και κακοί διευθυντές χορωδίας" του Kurt Thomas.
Οι δυσκολίες στη διεύθυνση χορωδίας δεν ανήκουν στο χώρο της μεταφυσικής. Τα πάντα σχεδόν μπορεί να τα μάθει κανείς αφιερώνοντας χρόνο και δουλειά, σπουδάζοντας συστηματικά και επίμονα.
Με τις ειδικές σπουδές στη διεύθυνσης χορωδίας εξασφαλίζονται στον επιμελή και ταλαντούχο σπουδαστή:
-Η γνώση των θεωρητικών, για να μπορεί να κατανοεί τη λογική της συνθετικής δομής και λειτουργίας των έργων.
-Η άσκηση της μουσικής ακοής, για να διαπιστώνονται τα τυχόν λάθη και να ελέγχεται η ορθοτονία της χορωδίας.
-Η τεχνική διεύθυνσης, για την κωδικοποίηση της μουσικής σκέψης σε οπτικά σήματα-κινήσεις, που εξασφαλίζουν τη σιωπηρή, σαφή συνεννόηση με τους χορωδούς, σημειολογώντας ως εκ τούτου την ερμηνεία των έργων.
-Η γνώση της ιστορίας και της μορφολογίας της χορωδιακής μουσικής, για να αισθάνεται οικεία με το αντικείμενο του, να κινείται άνετα σε έργα διαφορετικών εποχών και να εξασφαλίζει μεγαλύτερο ποσοστό ελπίδων για τις σωστές υπηρεσίες του στη μουσική.
-Η εμβάθυνση στη φωνητική τεχνική, για να κατέχει, να ελέγχει και να καθοδηγεί το κύριο μέσο πραγμάτωσης του χορωδιακού συμβάντος.
-Η προχωρημένη ικανότητα στο παίξιμο πιάνου, για την πρώτη γνωριμία με τα έργα, την προσωπική μελέτη και άσκηση και τη διευκόλυνση των δοκιμών.
-Κι ακόμα ό,τι με πολύπλοκες ασκήσεις και συνδυασμ
O Αντώνης Κοντογεωργίου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Θεωρητικά, πιάνο και τραγούδι και συνέχισε τις σπουδές του στο R. Strauss Konservatorium του Μονάχου και κυρίως στην Ανώτατη Μουσική Ακαδημία του Μονάχου, από την οποία αποφοίτησε με δύο διπλώματα-Magister: διεύθυνση χορωδίας και ορατορίου-λιντ. Παρακολούθησε επίσης μαθήματα στην καλοκαιρινή Ακαδημία Μοτσαρτέουμ του Ζάλτσμπουργκ, καθώς και στα τμήματα αριστούχων τραγουδιού της Ζυρίχης. Έχει βραβευτεί στον Διεθνή Διαγωνισμό "Μαρία Κάλλας" στο λιντ-ορατόριο και έχει τιμηθεί με το Βραβείο Σ. Μοτσενίγου της Ακαδημίας Αθηνών. Κατά καιρούς οργάνωσε και διηύθυνε πολλές χορωδίες. Δίδαξε μουσική στο Κολέγιο Anatolia, σε πολλά ωδεία, σε 21 σεμινάρια και οργάνωσε πολλές συναντήσεις χορωδιών. Δημοσίευσε πολλά ειδικά άρθρα και πραγματοποίησε τρεις χορωδιακές εκδόσεις, 14 δισκογραφικές παραγωγές και πάνω από 600 ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές. Το 1977, με πρόσκληση του τότε διευθυντή του Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΤ Μάνου Χατζιδάκι, επέστρεψε από τη Γερμανία στην Ελλάδα, όπου για πρώτη φορά οργάνωσε χορωδία στην Ελληνική Ραδιοφωνία, τη Χορωδία του Τρίτου Προγράμματος, τη σημερινή Χορωδία της ΕΡΤ, της οποίας είναι μόνιμος διευθυντής. Υπήρξε από τα βασικά στελέχη του Τρίτου Προγράμματος του Μάνου Χατζιδάκι. Είναι επίσης διευθυντής της Χορωδίας Μακεδονίας, της Χορωδίας του Ωδείου Αθηνών, πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης και σύμβουλος του Κέντρου Χορωδιακής Πράξης του Υπουργείου Πολιτισμού στην Κεφαλλονιά. Ως σολίστ ή μαέστρος πραγματοποίησε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό πάνω από 1.000 παραστάσεις και συνεργάστηκε με τις περισσότερες ελληνικές ορχήστρες καθώς και με πολλές ξένες. Το ρεπερτόριό του περιλαμβάνει 113 χορωδιακά έργα με ορχήστρα (από τα οποία 65 τα παρουσίασε σε πρώτη ελληνική εκτέλεση), 750 άλλα χορωδιακά, 19 όπερες και πάνω από 800 λίντερ. Πολλοί Έλληνες συνθέτες του έχουν αφιερώσει έργα τους.