Την έβλεπε τώρα να πλέκει και να ξεπλέκει στο φεγγαρόφωτο κάτι μαλλιά κουρέλια, κι ύστερα ανέβηκε στο στηθαίο πεζούλι κι άρχισε να μουρμουρίζει ακατάληπτα αφαιρώντας κάθε λίγο κι από ένα ρούχο. Το θολό φως των λαμπτήρων της οδού Εστίας έγραφε βαθιές σκιές στο ζαρωμένο δέρμα, το βασανισμένο σώμα της έγερνε κάθε τόσο επικίνδυνα προς το κενό. Ο δρόμος ήταν έρημος. Αν σκοτωθεί θα είμαι η μόνη που θα την έχω δει, αναλογίστηκε η Αντέλα κι έκλεισε ως πάνω το ρολό. Ξάπλωσε μούσκεμα στον ιδρώτα...
Είκοσι διηγήματα με κοινό παρανομαστή τις οικογενειακές σχέσεις: σχέσεις αίματος και ταυτόχρονα σχέσεις αιματηρές. Η οικογένεια, παρούσα ή απούσα, αφήνει το δικό της ξεχωριστό ψυχικό αποτύπωμα σε κάθε μέλος της από την πρώτη βρεφική ηλικία· αποτύπωμα που οργανώνει τη δική του αυτόνομη ιστορία. Και κάθε τραύμα στην ιστορία αυτή επιστρέφει -με τη μορφή της σπείρας- στον άλλο, είτε μέσα στον κύκλο της, στενό ή διευρυμένο, είτε προβολικά και έξω από αυτήν. Σπείρα ατέρμονη του τραύματος για την οποία η μόνη απάντηση-έξοδος-κάθαρση μοιάζει να είναι η αυτογνωσία και οι αναβαθμοί της: συγχώρεση και αγάπη.
Η Ηρώ Νικοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε ζωγραφική και σκηνογραφία στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Έχει κάνει πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έργα της βρίσκονται σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές. Έχει δημοσιεύσει ποιητικές συλλογές: "Ο μύθος του οδοιπόρου" (Αθήνα, 1986), "Χειμερινοί μορφασμοί" (Αθήνα, 1993), "Ανέμου" (Πλανόδιον, 1999), ένα πεζογράφημα, "Σαν σε καθρέφτη" (Μεταίχμιο, 2003), και τη συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (Νεφέλη, 2007). Ποιήματα και πεζά της έχουν δημοσιευθεί στα λογοτεχνικά περιοδικά "Νέα Εστία", "Πλανόδιον", "Εμβόλιμον", "Ελίτροχος", "Ευθύνη", "Παρέμβαση", "Οδός Πανός", "Δυτικές Ινδίες", "Ύλαντρον", "Οροπέδιο", κ.ά., και έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ρωσικά και τουρκικά. Είναι μέλος του Εικαστικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και της Εταιρείας Συγγραφέων.